Λευτέρης Μαργιόλας: "Ο Άμλετ είναι μια σύγχρονη, ριζοσπαστική σκηνική πρόταση πάνω στο εμβληματικό έργο του Σαίξπηρ"
Αυτή την περίοδο ανεβάζετε στο Θέατρο Άβατον τον «Άμλετ: σώμα σε αναίρεση». Πες μας δύο λόγια.
Η παράσταση: «Άμλετ: σώμα σε αναίρεση» είναι μια σύγχρονη, ριζοσπαστική σκηνική πρόταση πάνω στο εμβληματικό έργο του Σαίξπηρ, που μεταφέρει τον ήρωα από το πεδίο της σκέψης στο πεδίο του σώματος. Πρόκειται για μια παράσταση με δυνατή εικαστική ταυτότητα, όπου οι ρόλοι δεν είναι σταθεροί αλλά μετακινούνται, αλλάζουν και επαναπροσδιορίζονται μέσα από την ενδυματολογία και τη σκηνική δράση. Η παράσταση λειτουργεί σαν ένας εφιάλτης σε επανάληψη: ένας κόσμος που δεν βρίσκει διέξοδο, όπου η μνήμη, η εξουσία και η ενοχή επιστρέφουν διαρκώς. Ένας Άμλετ εγκλωβισμένος ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό, σε μια εποχή μετάβασης, παλεύει να αποτινάξει από πάνω του τον ηθικό και μεταφυσικό κόσμο που τον καθηλώνει. Η παράσταση «Άμλετ: σώμα σε αναίρεση» δεν αντιμετωπίζει τον Άμλετ ως ένα μεμονωμένο έργο, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης έρευνας μου πάνω στον Σαίξπηρ και στη σκοτεινή εποχή μετάβασης μέσα στην οποία γράφει. Με έντονη ατμόσφαιρα, σύγχρονη αισθητική και μια τολμηρή δραματουργική ματιά, η παράσταση «Άμλετ: σώμα σε αναίρεση» απευθύνεται σε θεατές που αναζητούν μια εμπειρία που δεν παρακολουθείς απλώς, αλλά τη βιώνεις.
Ποιος είναι ο ρόλος σου στην παράσταση και πόσο δύσκολο θεωρείς ότι είναι να παίζεις και να σκηνοθετείς ταυτόχρονα;
Στην παράσταση έχω τον διπλό ρόλο του σκηνοθέτη και του ερμηνευτή του Άμλετ, αλλά η αφετηρία μου είναι πάντα η σκηνοθεσία. Ανέκαθεν αντιμετώπιζα τον εαυτό μου πρώτα ως σκηνοθέτη που, όταν το απαιτεί η ανάγκη του έργου, επιλέγει να εκτίθεται και ως ηθοποιός. Δεν με ενδιαφέρει να παίζω ρόλους από συνήθεια· το κάνω μόνο όταν νιώθω ότι κάτι δεν μπορεί να ειπωθεί αλλιώς. Στην περίπτωση του «Άμλετ: σώμα σε αναίρεση», ο συγκεκριμένος Άμλετ δεν θα μπορούσε για μένα να υπάρξει μόνο ως σκηνοθετικό αντικείμενο ή ως ιδέα που καθοδηγώ απ’ έξω. Έπρεπε να περάσει μέσα από το δικό μου σώμα, να δοκιμαστεί πάνω στις δικές μου αντοχές, στους δικούς μου φόβους και στα δικά μου όρια. Ήταν μια επιλογή έκθεσης, όχι ρόλου. Γιατί αυτή η έρευνα μου πάνω στο σώμα, την ενοχή και τη φθορά δεν αφορά μόνο τον Άμλετ, αλλά τον τρόπο με τον οποίο θέλω συνολικά να δουλεύω πάνω στον Σαίξπηρ.
Το να σκηνοθετείς και να παίζεις ταυτόχρονα είναι μια μόνιμη συνθήκη διάσπασης. Από τη μία, ο σκηνοθέτης μέσα σου απαιτεί έλεγχο, καθαρότητα, δομή. Από την άλλη, ο ερμηνευτής οφείλει να αφεθεί, να ρισκάρει, να χάσει την ασφάλειά του. Καλείσαι διαρκώς να εγκαταλείπεις τον έλεγχο και την ίδια στιγμή να τον διεκδικείς. Να εκτίθεσαι απόλυτα στη σκηνή, γνωρίζοντας πολύ καλά τη μηχανική αυτής της έκθεσης. Είναι μια διαδικασία εξαντλητική και συχνά επικίνδυνη, γιατί δεν σου επιτρέπει να κρυφτείς ούτε πίσω από τη σκηνοθετική απόσταση ούτε πίσω από τον ρόλο. Όμως είναι και βαθιά ειλικρινής. Σε φέρνει αντιμέτωπο με το γιατί κάνεις θέατρο και τι είσαι διατεθειμένος να πληρώσεις γι’ αυτό. Και ίσως τελικά αυτή η διπλή θέση να συνομιλεί άμεσα με τον ίδιο τον Άμλετ: έναν άνθρωπο που παρατηρεί τον εαυτό του να διαλύεται με πλήρη συνείδηση, αλλά δεν μπορεί — ή δεν θέλει — να σταματήσει τη διαδικασία. Έναν άνθρωπο που είναι ταυτόχρονα μέσα και έξω από τη ζωή του. Κάπως έτσι βιώνω κι εγώ αυτή την παράσταση.
Πώς πήρες την απόφαση να δουλέψεις πάνω στο συγκεκριμένο έργο;
Ο Άμλετ είναι το πρώτο θεατρικό έργο του Σαίξπηρ που διάβασα ποτέ. Ήταν μια πρώτη, σχεδόν καθοριστική συνάντηση, που λειτούργησε σαν αφετηρία. Μέσα από αυτό το έργο γεννήθηκε η εμμονή μου με τον Σαίξπηρ, αλλά και η ανάγκη να καταλάβω τι σημαίνει κλασικό κείμενο, τι σημαίνει να κουβαλάς έναν τόσο βαρύ δραματουργικό άξονα και πώς μπορείς να συνομιλήσεις μαζί του σήμερα. Ήταν επίσης από τα πρώτα θεατρικά έργα που διάβασα όταν μπήκα στη δραματική σχολή. Εκείνη την περίοδο ο Άμλετ δεν ήταν ακόμη ρόλος ή σκηνοθετική πρόκληση· ήταν ένα πεδίο ερωτήσεων. Θυμάμαι να με συγκλονίζει η πολυπλοκότητα της σκέψης, αλλά ταυτόχρονα να με βαραίνει το μέγεθος και η «ιερότητα» με την οποία συνήθως αντιμετωπίζεται το έργο. Ακριβώς επειδή είναι τόσο γνωστό και τόσο φορτισμένο ιστορικά, ένιωσα την ανάγκη να μην κάνω τα κλασικά. Δεν με ενδιέφερε μια ακόμη αναπαράσταση ή μια ασφαλή ανάγνωση. Ήθελα να αλλάξω ριζικά τη φόρμα, να ταρακουνήσω τα θεμέλια του έργου, να το αποδομήσω μέχρι να μείνουν μόνο τα συντρίμμια του. Και πάνω σε αυτά τα συντρίμμια να χτίσω κάτι καινούργιο — όχι από ασέβεια, αλλά από ανάγκη ουσιαστικής συνομιλίας. Η απόφαση λοιπόν να δουλέψω πάνω στον Ο Άμλετ δεν είναι για μένα μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά ένα σημείο που επανέρχεται διαρκώς όσο αλλάζω ως άνθρωπος και ως σκηνοθέτης.
Τι είναι αυτό που θέλεις να αποκομίσει ο θεατής φεύγοντας από την παράστασή σας;
Δεν θα ήθελα ο θεατής να φύγει «γεμάτος». Αντίθετα, θα ήθελα να φύγει λίγο άδειος. Να νιώσει ότι κάτι του αφαιρέθηκε, όχι ότι κάτι του προστέθηκε. Ότι η παράσταση δεν του έδωσε απαντήσεις, αλλά του πήρε βεβαιότητες — για τον Άμλετ, για το θέατρο, ίσως και για τον ίδιο. Με ενδιαφέρει ο θεατής να φύγει με μια αίσθηση επαναληπτικότητας, σαν να έχει περάσει μέσα από έναν εφιάλτη που επιστρέφει. Όχι με την έννοια του τρόμου, αλλά με την αίσθηση ότι κάποια πράγματα δεν λύνονται, απλώς ανακυκλώνονται. Ότι οι ρόλοι, οι ενοχές, οι ιστορίες συνεχίζουν να φοριούνται από σώματα που κουράζονται. Αν κάτι θα ήθελα πραγματικά να αποκομίσει, είναι η αίσθηση ότι ο Άμλετ δεν είναι ένας ήρωας προς κατανόηση ή ταύτιση, αλλά ένα πεδίο φθοράς. Κι αν ο θεατής βγει από την αίθουσα με τη σκέψη ότι ίσως δεν χρειάζεται πάντα να καταλαβαίνουμε, αλλά να αντέχουμε, τότε η παράσταση έχει πετύχει κάτι ουσιαστικό.
Τι σε γοητεύει και τι σε απογοητεύει στον χώρο του θεάτρου;
Με γοητεύει το θέατρο μόνο όταν με εξαντλεί. Όταν μου παίρνει περισσότερα απ’ όσα μου δίνει. Όταν με φέρνει σε σημεία που δεν είμαι σίγουρος αν αντέχω, σωματικά και ψυχικά. Με γοητεύει όταν δεν νιώθω ασφαλής μέσα του, όταν δεν ξέρω αν αυτό που κάνω έχει νόημα ή αν απλώς εκτίθεμαι χωρίς λόγο. Εκεί, για μένα, υπάρχει αλήθεια. Με γοητεύει η πρόβα ως χώρος σύγκρουσης. Όχι της αρμονίας. Η στιγμή που τα πράγματα δεν λειτουργούν, που οι άνθρωποι εκνευρίζονται, που το έργο αντιστέκεται. Εκεί που δεν μπορείς να κρυφτείς πίσω από τεχνικές ή ιδέες. Εκεί καταλαβαίνω γιατί κάνω θέατρο. Με απογοητεύει βαθιά το θέατρο όταν γίνεται χώρος άνεσης. Όταν μετατρέπεται σε επάγγελμα με κανόνες ασφαλείας, σε μια σειρά από αποδεκτές αισθητικές και σωστές απόψεις. Με απογοητεύει η ανάγκη να είμαστε αρεστοί, να μη δυσαρεστήσουμε, να μη ρισκάρουμε πραγματικά. Το θέατρο δεν είναι χώρος προστασίας. Και όμως συχνά λειτουργεί σαν τέτοιος. Κι όμως, παρά όλα αυτά, συνεχίζω. Όχι γιατί πιστεύω ότι το θέατρο θα αλλάξει τον κόσμο, αλλά γιατί αλλάζει εμένα κάθε φορά που γίνεται σωστά. Και το «σωστά» για μένα δεν έχει να κάνει με επιτυχία ή αποδοχή, αλλά με το αν έφυγα από την πρόβα ή την παράσταση λίγο πιο διαλυμένος απ’ ό,τι μπήκα. Αν αυτό συμβεί, τότε — όσο σκληρό κι αν είναι — αξίζει.
Υπάρχει κάποιο έργο που σκέφτεσαι να δουλέψεις στο άμεσο μέλλον;
Με ενδιαφέρει εμμονικά ο Σαίξπηρ και η εποχή του. Όχι ως λογοτεχνικό κεφάλαιο, αλλά ως ιστορικό και υπαρξιακό πεδίο σύγκρουσης. Ο κόσμος ανάμεσα στον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, ο σκοταδισμός, η βία, η θρησκεία, η ενοχή, και ταυτόχρονα η πρώτη ρωγμή μιας ανθρώπινης συνείδησης που προσπαθεί να αποκολληθεί από τον Θεό. Αυτή η μετάβαση με αφορά βαθιά, γιατί δεν είναι καθαρή ούτε λυτρωτική — είναι βίαιη, αντιφατική και αιματηρή. Θέλω να συνεχίσω να αναμετριέμαι με έργα που γεννήθηκαν μέσα σε αυτή τη σύγκρουση και που προσφέρονται να φύγουν από τη νόρμα του «ιερού κλασικού κειμένου» που τους έχει φορεθεί με τα χρόνια. Με ενδιαφέρει να τα ξεγυμνώνω από τον σεβασμό που συχνά τα ακινητοποιεί και να τα φέρνω αντιμέτωπα με την άβυσσο που κουβαλούν μέσα τους. Γιατί αυτά τα κείμενα δεν γράφτηκαν για να καθησυχάζουν — γράφτηκαν μέσα σε βία, φόβο και υπαρξιακή αγωνία. Και ο λόγος που αυτή η περίοδος με απασχολεί τόσο έντονα είναι γιατί, αν υπάρχει μια εποχή που της μοιάζει, είναι η δική μας. Ζούμε κι εμείς σε μια συνθήκη μετάβασης, σύγχυσης και ακραίων αντιφάσεων. Θρησκείες, ιδεολογίες, ταυτότητες, αλήθειες επανέρχονται με βίαιο τρόπο, την ίδια στιγμή που όλα μοιάζουν να καταρρέουν. Είναι μια εποχή όπου η λογική συνυπάρχει με τον σκοταδισμό και η πρόοδος με την ωμή βία. Γι’ αυτό τα κείμενα αυτής της περιόδου δεν τα βλέπω ως παρελθόν, αλλά ως καθρέφτη. Δεν με ενδιαφέρει να «ανεβάσω» απλώς ένα έργο του Σαίξπηρ. Με ενδιαφέρει να επιστρέφω σε αυτόν ξανά και ξανά, όσο αντέχω, μέχρι να εξαντληθεί — ή να εξαντληθώ εγώ.
Επιμέλεια Γιάννης Σεβαστίκογλου

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου