Είδαμε την "Αντιγόνη" του Alan Lucien Øyen στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου.

Στην αρχή υπάρχει ένα τριαντάφυλλο.

Μια χορεύτρια το κρατά.

Το σκίζει.

Το αφήνει να πέσει.

Και κάπως έτσι αρχίζει η «Αντιγόνη» του Alan Lucien Øyen, όχι με μια εξήγηση, όχι με μια αφήγηση, αλλά με μια πράξη.

Μια μικρή πράξη βίας.

Επάνω σε κάτι όμορφο.

Το τριαντάφυλλο θα επιστρέψει. Θα εμφανιστεί ξανά σαν ανάμνηση, σαν πληγή, σαν κάτι που κάποτε υπήρξε ολόκληρο και τώρα βρίσκεται διασκορπισμένο πάνω στη σκηνή.

Δεν είναι σύμβολο με μία μόνο σημασία.

Είναι ομορφιά.

Είναι φθορά.

Είναι σώμα.

Είναι αυτό που αγγίζουμε και, επειδή το αγγίζουμε, μπορούμε και να το καταστρέψουμε.

Από τα πρώτα λεπτά καταλαβαίνω ότι αυτή η «Αντιγόνη» δεν θέλει να μου ξαναπεί την ιστορία που ήδη γνωρίζω. Δεν ενδιαφέρεται να αναπαραστήσει έναν αρχαίο κόσμο, ούτε να κλείσει τους ερμηνευτές μέσα στην ασφάλεια ενός μύθου.

Ο μηχανισμός είναι φανερός.

Η σκηνή είναι σκηνή.

Τα αντικείμενα είναι αντικείμενα.

Οι ηθοποιοί μετακινούνται, περιμένουν, κοιτούν, υπάρχουν μπροστά μας πριν ακόμη γίνουν πρόσωπα.

Και εμείς είμαστε εκεί.

Δεν μας ξεχνούν.

Δεν μας αφήνουν να κρυφτούμε μέσα στο σκοτάδι.

Υπάρχει κάτι από τον Λαρς φον Τρίερ σε αυτή τη γύμνια του μηχανισμού, στην απόφαση να μη σκεπαστεί η κατασκευή, αλλά να εκτεθεί. Το θέατρο δεν προσποιείται ότι είναι ζωή. Μας δείχνει πώς κατασκευάζει τη ζωή, πώς την κόβει σε κομμάτια, πώς τη μετακινεί, πώς την επαναλαμβάνει.

Ο Øyen δεν αφηγείται την «Αντιγόνη».

Την επιτελεί.

Την αφήνει να συμβεί μέσα στα σώματα.

Το σώμα εδώ δεν ακολουθεί τον λόγο. Δεν τον υπηρετεί. Δεν περιμένει από εκείνον να του δώσει σημασία.

Το σώμα γνωρίζει.

Θυμάται.

Επιθυμεί.

Αντιστέκεται.

Πενθεί.

Κάποιες φορές γνωρίζει ήδη αυτό που η φωνή δεν έχει ακόμη μπορέσει να πει.

Οι κινήσεις επανέρχονται. Οι χειρονομίες επιμένουν. Τα σώματα πλησιάζουν, απομακρύνονται, συναντιούνται, εγκαταλείπονται. Μια κίνηση που στην αρχή μοιάζει απλή, όταν επαναληφθεί γίνεται μνήμη. Όταν επαναληφθεί ξανά, γίνεται τραύμα. Και όταν επιστρέψει για ακόμη μία φορά, γίνεται τελετουργία.

Εκεί συναντώ την Pina Bausch και τη γλώσσα του Tanztheater. Όχι ως αντιγραφή, αλλά ως συγγένεια. Ως πίστη στην ιδέα ότι ένα σώμα επάνω στη σκηνή δεν χρειάζεται να εξηγεί για να μιλήσει.

Αρκεί να υπάρχει.

Να επιμένει.

Να εκτίθεται στο βλέμμα.

Η αφήγηση υποχωρεί και ο μύθος γίνεται υλικό. Κομμάτια λόγου, εικόνες, κινήσεις, ανάσες, αντικείμενα, παύσεις. Η Αντιγόνη δεν παρουσιάζεται μόνο ως η κόρη του Οιδίποδα που αποφασίζει να θάψει τον αδελφό της. Αρχίζει να μεγαλώνει. Να βγαίνει από το περίγραμμα του προσώπου της.

Γίνεται η ανάγκη να θυμηθούμε έναν νεκρό.

Γίνεται το δικαίωμα στο πένθος.

Γίνεται η στιγμή κατά την οποία ένα σώμα αποφασίζει ότι δεν θα υπακούσει άλλο.

Αυτό, βέβαια, δημιουργεί και μια απόσταση. Αν κάποιος δεν γνωρίζει ήδη τον μύθο, μπορεί να χαθεί μέσα στη ροή των εικόνων. Η παράσταση δεν τον πιάνει από το χέρι. Δεν του εξηγεί ποιος είναι ποιος, τι προηγήθηκε, τι ακολουθεί.

Ορισμένες φορές η πυκνότητα των εικόνων γίνεται μεγαλύτερη από την ίδια την ιστορία. Ο μύθος σχεδόν εξαφανίζεται μέσα στην επιτέλεσή του.

Ίσως, όμως, αυτό ακριβώς να αναζητά ο Øyen.

Δεν θέλει να κοιτάξουμε την «Αντιγόνη» σαν κάτι ολοκληρωμένο, τακτοποιημένο, ασφαλές. Θέλει να την κοιτάξουμε σαν κάτι που εξακολουθεί να κινείται. Σαν κάτι που δεν τελείωσε ποτέ.

Η Αντιγόνη δεν είναι μόνο ένα πρόσωπο.

Είναι κατάσταση.

Είναι άρνηση.

Είναι πένθος.

Είναι επιμονή.

Είναι ένα σώμα που στέκεται μπροστά στην εξουσία και δεν κάνει πίσω.

Ο χώρος γύρω της μεταβάλλεται συνεχώς. Τα ξύλινα πάνελ του Åsmund Færavaag μετακινούνται από τους ίδιους τους ερμηνευτές. Στήνονται, ανοίγουν, κλείνουν, αποσυναρμολογούνται.

Η σκηνή κατασκευάζεται μπροστά μας.

Περιμένει να κατοικηθεί.

Περιμένει να γίνει πόλη.

Να γίνει τάφος.

Να γίνει σύνορο.

Να γίνει μνημείο.

Η Θήβα δεν είναι ένας σταθερός τόπος. Χτίζεται από τα σώματα που την κατοικούν και γκρεμίζεται από τα ίδια σώματα. Υπάρχει μόνο όσο εκείνα τη μετακινούν, τη σηκώνουν, την κουβαλούν.

Και τότε τα πάνελ αλλάζουν.

Από σκηνικό γίνονται τείχος.

Από τείχος γίνονται κατάλογος.

Από κατάλογος γίνονται μνήμη.

Πάνω τους εμφανίζονται ονόματα γυναικών που υπήρξαν θύματα βίας, από τον μύθο μέχρι την Ιστορία. Τα ονόματα στέκονται εκεί σαν ίχνη σωμάτων που απουσιάζουν.

Σαν μια προσπάθεια να μη χαθούν.

Να μην ξεχαστούν.

Να μην πεθάνουν ακόμη μία φορά μέσα στη σιωπή.

Εκεί η Αντιγόνη παύει να είναι μία.

Γίνεται πολλές.

Γίνεται κάθε γυναίκα που αντιστάθηκε.

Κάθε γυναίκα που κακοποιήθηκε.

Κάθε γυναίκα που μίλησε και δεν ακούστηκε.

Κάθε σώμα που ζήτησε χώρο, δικαιοσύνη, μνήμη.

Και τότε μια γυναίκα ζητά βοήθεια από το κοινό.

Ζητά.

Περιμένει.

Κοιτάζει.

Και η βοήθεια δεν έρχεται.

Αυτή είναι ίσως η στιγμή κατά την οποία η παράσταση σταματά να βρίσκεται μόνο πάνω στη σκηνή.

Η Επίδαυρος αλλάζει.

Το κοίλο αποκτά σώμα.

Και αυτό το σώμα παραμένει ακίνητο.

Ο χώρος της παρακολούθησης γίνεται χώρος συνενοχής. Δεν υπάρχει πια μόνο εκείνη που υποφέρει. Υπάρχουν και εκείνοι που την κοιτούν να υποφέρει.

Υπάρχουμε εμείς.

Το ερώτημα δεν είναι πλέον ποιος έχει δίκιο, η Αντιγόνη ή ο Κρέοντας.

Το ερώτημα είναι πιο απλό.

Και γι’ αυτό πιο σκληρό.

Τι κάνουμε όταν κάποιος ζητά βοήθεια μπροστά μας;

Τι κάνει το σώμα μας;

Σηκώνεται;

Πλησιάζει;

Απαντά;

Ή παραμένει στη θέση του και κοιτάζει;

Εκεί η αρχαία τραγωδία δεν χρειάζεται να εκσυγχρονιστεί. Είναι ήδη εδώ. Στην ακινησία μας. Στη σιωπή μας. Στη μικρή απόσταση ανάμεσα στο να βλέπουμε και στο να πράττουμε.

Η παράσταση δεν μας λέει απλώς ότι η εξουσία είναι βίαιη. Μας θυμίζει ότι η εξουσία χρειάζεται και θεατές. Χρειάζεται ανθρώπους που βλέπουν και δεν αντιδρούν. Ανθρώπους που ακούν την έκκληση και παραμένουν καθισμένοι.

Η «Αντιγόνη» του Øyen δεν αντιμετωπίζει τον Σοφοκλή σαν μνημείο.

Τον αντιμετωπίζει σαν ύλη.

Ύλη ζωντανή.

Ύλη εύθραυστη.

Ύλη που μπορεί ακόμη να αλλάξει μορφή.

Και ίσως γι’ αυτό η συγκεκριμένη παράσταση έχει ιδιαίτερο βάρος στην Επίδαυρο. Ένα έργο που επιστρέφει ξανά και ξανά στον ίδιο αρχαίο χώρο δεν έρχεται αυτή τη φορά για να αναπαραστήσει το παρελθόν του.

Έρχεται για να το ταράξει.

Για να το κατοικήσει με άλλα σώματα.

Με άλλες φωνές.

Με τα ονόματα εκείνων που δεν ακούστηκαν.

Στο τέλος δεν μένει μόνο η Αντιγόνη.

Μένει το τριαντάφυλλο.

Μένουν τα κομμάτια του.

Μένει ένα σώμα που ζήτησε βοήθεια.

Μένει ένα κοινό που κοίταξε.

Και μένει η ερώτηση.

Όχι τι συνέβη τότε.

Τι συμβαίνει τώρα.

Μπροστά μας.

Μέσα μας.

Και τι κάνουμε εμείς όσο συμβαίνει.

Γράφει η Ερασμία Τσίπρα


Σχόλια