Είδαμε την Ορέστεια σε σκηνοθεσία Λένας Κιτσοπούλου, μια τολμηρή παράσταση που δεν περνά απαρατήρητη και διεκδικεί το δικό της αποτύπωμα στο θεατρικό γίγνεσθαι. Μέσα από την προσωπική της ανάγνωση και συνδυάζοντας τρία έργα του Άουγκουστ Στρίντμπεργκ, η σκηνοθέτρια δημιουργεί έναν ενιαίο κόσμο όπου το πάθος, η φθορά και η υπαρξιακή απόγνωση κυριαρχούν. Με τον χαρακτηριστικό της τρόπο ισορροπεί ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό, αναδεικνύει την ωμότητα των ανθρώπινων σχέσεων, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα που ταλαντεύεται ανάμεσα στο σκληρό ρεαλισμό και το μαύρο χιούμορ. Η παράσταση απογυμνώνει τους ήρωές της από κάθε ίχνος ρομαντισμού, παρουσιάζοντάς τους σαν όντα παγιδευμένα σε σχέσεις εξουσίας, χειραγώγησης και καταστροφικής αγάπης.
Ο τίτλος της παράστασης μοιάζει με ειρωνικό σχόλιο, καθώς δεν πρόκειται για μια διασκευή της αρχαίας τριλογίας, αλλά για μια νέα σύνθεση βασισμένη σε τρία έργα του Σουηδού δραματουργού: Ο Χορός του Θανάτου, Οι Δανειστές και Η Πιο Δυνατή. Η σχέση ανάμεσα στην Ορέστεια του Αισχύλου και την Ορέστεια του Στρίντμπεργκ, όπως παρουσιάζεται από τη Λένα Κιτσοπούλου, είναι περισσότερο θεματική και συμβολική παρά άμεση ή δομική. Δεν αποτελεί αναπαράσταση του μύθου των Ατρειδών, αλλά μια διερεύνηση των διαχρονικών μοτίβων της καταδίκης, της μοίρας και των σχέσεων εξουσίας που κυριαρχούν τόσο στον Αισχύλο όσο και στον Στρίντμπεργκ. Μέσα από αυτήν την ανάγνωση, η ανθρώπινη ύπαρξη παρουσιάζεται παγιδευμένη σε έναν ατέρμονο κύκλο συγκρούσεων και καταστροφής, ανεξάρτητα από την εποχή ή το πολιτισμικό πλαίσιο.
Η σκηνοθεσία της Κιτσοπούλου είναι τολμηρή και απολύτως προσωπική, φέρνοντας τα έργα του Στρίντμπεργκ στο σήμερα χωρίς να προδίδει την ουσία τους. Αντί να τα μεταφέρει με κλασικό νατουραλισμό, επιλέγει μια ωμή, σχεδόν βίαιη προσέγγιση, που αναδεικνύει την ασφυκτική φύση των ανθρώπινων σχέσεων και την υποβόσκουσα βία των κοινωνικών συμβάσεων.Η παράσταση κινείται στα όρια του θεατρικού παραλόγου, ενισχύοντας το αίσθημα του εγκλωβισμού και της υπαρξιακής αστάθειας, χαρακτηριστικά που συναντάμε τόσο στον Στρίντμπεργκ όσο και στη σκηνοθετική της γλώσσα. Η ανατρεπτική της ματιά δεν αφήνει περιθώρια για εφησυχασμό και το θέατρο εδώ λειτουργεί σαν εμπειρία που ταρακουνά και διαλύει τις συμβάσεις. Παρότι κάποια σκηνοθετικά μοτίβα επαναλαμβάνονται από προηγούμενες δουλειές της, το αποτέλεσμα παραμένει δυνατό, αιχμηρό και απρόβλεπτο.
Η απόδοση του κειμένου από τους ηθοποιούς, δεν είναι μια απλή ερμηνευτική διαδικασία, αλλά μια δοκιμασία τόσο σε επίπεδο ψυχολογικής αντοχής όσο και τεχνικής δεξιότητας. Οι ερμηνείες τους, ένα από τα πιο δυνατά σημεία της παράστασης, δεν βασίζονται μόνο στον λόγο, αλλά και στη σωματική έκφραση. Εξαιρετικοί και απολαυστικοί η Ευδοκία Ρουμελιώτη και ο Χρήστος Σαπουντζής αποδίδουν με ένταση και εσωτερικό βάθος τη σταδιακή φθορά των χαρακτήρων τους. Οι ήρωες του Στρίντμπεργκ είναι βαθιά πληγωμένοι, γεμάτοι οργή και ματαιότητα, και οι ερμηνευτές καταφέρνουν να μεταφέρουν αυτή την εσωτερική πάλη με αυθεντικότητα. Ο διάλογος, άλλοτε κοφτός και γεμάτος σιωπές και άλλοτε εκρηκτικός, ενισχύει την αίσθηση μιας συνεχούς μάχης μεταξύ των χαρακτήρων. Το στοιχείο του μαύρου χιούμορ είναι εμφανές στις ερμηνείες, δίνοντας στην παράσταση μια αίσθηση τραγικωμωδίας που την κάνει ακόμα πιο δυσβάσταχτη συναισθηματικά.
Ο Χρήστος Μαλάκης, σαν Κουρτ, ένας transgender χαρακτήρας, αποτυπώνει με ένταση και εσωτερικότητα τις συναισθηματικές συγκρούσεις και αντικατοπτρίζει τη σύγχρονη αναζήτηση του ατόμου για αποδοχή και ελευθερία μέσα σε κοινωνικές και ψυχολογικές πιέσεις. Η Μαρία Μοσχούρη, με τη δυναμική σκηνική της παρουσία και την ερμηνευτική της ευαισθησία, καταφέρνει να ισορροπήσει τέλεια στο ρόλο της Τζένης-Ερινύας, αποδίδοντας μοναδικά τη σύγκρουση μεταξύ δύναμης και ευθραυστότητας. Ο Γιάννης Μπαριτάκης, με τη στιβαρή σκηνική του παρουσία, προσθέτει συνοχή στο σύνολο. Οι ερμηνείες λοιπόν των ηθοποιών λειτουργούν ως κομμάτια ενός σύνθετου παζλ, όπου κάθε λεπτή απόχρωση στην έκφραση και την κινησιολογία ενισχύει τη σκηνοθετική προσέγγιση, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα ασφυκτική και ταυτόχρονα μαγνητική.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια της παράστασης, σχεδιασμένα από τη Μαγδαληνή Αυγερινού, αποτυπώνουν τη σκοτεινή, ασφυκτική ατμόσφαιρα των έργων του Στρίντμπεργκ μέσα από μια αφαιρετική και συμβολική προσέγγιση. Αντί για ρεαλιστική αναπαράσταση, η σκηνογραφία εστιάζει στην ψυχολογική κατάσταση των χαρακτήρων, δημιουργώντας έναν ψυχρό, άχρονο χώρο που ενισχύει την αίσθηση εγκλωβισμού. Ο φωτισμός του Νίκου Βλασσόπουλου, με τις απότομες εναλλαγές φωτός και σκιάς, υπογραμμίζει την εσωτερική ένταση και το υπαρξιακό αδιέξοδο. Ενώ η πρωτότυπη μουσική σύνθεση από τον ECATI δημιουργεί υποβλητική ατμόσφαιρα, λειτουργώντας σαν μια αόρατη δύναμη που αναδεικνύει τις εσωτερικές συγκρούσεις των χαρακτήρων.
Παρά το σκοτεινό και έντονα ψυχολογικό φορτίο της "Ορέστειας" η παράσταση δεν αποφεύγει τη χρήση κωμικών στοιχείων, που λειτουργούν σαν αντίβαρο στην ένταση και την υπαρξιακή αγωνία που διαπνέουν το έργο. Η Λένα Κιτσοπούλου, γνωστή για την ικανότητά της να ενσωματώνει τον σαρκασμό και την ειρωνεία, αξιοποιεί κωμικές στιγμές, για να αναδείξει τη σύγκρουση ανάμεσα στο βάρος του δράματος και τις ανθρώπινες αδυναμίες. Αυτή η κωμικότητα, ωστόσο, δεν αποπροσανατολίζει τον θεατή, αλλά αντίθετα ενισχύει την τραγικότητα, δημιουργώντας μια αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στο γέλιο και τον πόνο.Οι κωμικές ενέργειες και ατάκες, σε συνδυασμό με την έντονη σωματικότητα των ηθοποιών, λειτουργούν σαν αναγκαία "ανάσα", όπου οι χαρακτήρες προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην καταπίεση και την εσωτερική ένταση. Η ισχυρή αντιπαράθεση του δράματος και της ελαφρότητας της κωμωδίας προσφέρει και στον θεατή όχι μόνο ψυχική ένταση, αλλά και στιγμές ανακούφισης.
Η θεατρική πρόταση της Λένας Κιτσοπούλου ξεφεύγει από τα καθιερωμένα όρια, αναδεικνύοντας τη σκοτεινή και ψυχολογική διάσταση του έργου του Στρίντμπεργκ. Με τολμηρή και αφαιρετική προσέγγιση, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα περιβάλλον έντονης εσωτερικότητας. Απογυμνωμένη από περιττά σκηνικά στοιχεία, εστιάζει στην ψυχική ένταση, με τις ισχυρές ερμηνείες και τη δυναμική μουσική να εντείνουν την αίσθηση της καταπίεσης και του εγκλωβισμού. Η σκηνοθέτρια προσφέρει μια εμπειρία που δεν περιορίζεται στην ψυχαγωγία, αλλά ανοίγει έναν διάλογο για την ανθρώπινη φύση και τις εσωτερικές αντιφάσεις, προκαλώντας τον θεατή να αντιμετωπίσει τις πιο σκοτεινές πτυχές της ύπαρξής του.
Γράφει η Ρεβέκκα Καββαδά
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου