Είδαμε το Επικαιροποιημένο, τεχνολογικώς εκσυγχρονισμένο το «θρυλικό» κι εν μέρει προφητικό "1984" στο Θέατρο Δίπυλον.

 Με μπρεχτικούς τόνους και καταιγιστικούς ρυθμούς (προσφιλείς στην generation z) αναπτύσσεται μονολογικώς μεν μουσικώς δε ένα κείμενο τόσο γνωστό που το «ανά-καλύπτουμε» επενδύοντας σε αυτό πρόσφατα πολιτισμικά δεδομένα έτσι ώστε να φαντάζει καινοπαγές και διαχρονικώς «αν-ιστόρητο». Γιατί αυτή η φανταστική – επινοημένη – αφήγηση είναι τόσο ρομαντική όσο και απλοϊκή στη γραμμική δομή της («κάθε πέρσι και καλύτερα»). Αυτή η πολυχρησιμοποιημένη «αισιοδοξία τής ανάμνησης» είναι μεν χρηστική για λόγους αφηγηματικής οικονομίας, ανεδαφική δε όσον αφορά δήθεν ασφαλείς κοινωνικοπολιτικές προβλέψεις.

Το έτος 1984 είναι αναγραμματισμός τού τραυματικού έτους 1948 (χρονιά συγγραφής αυτού τού πονήματος που διογκώθηκε τόσο ώστε να πάρει παγκόσμιες διαστάσεις, κάτι τόσο απρόβλεπτο όσο κι αναμενόμενο).

Η δυστοπία τού Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ψυχρός Πόλεμος, η διεθνής Κατασκοπία-Αντικατασκοπία τροφοδοτούν το Συλλογικό

Ασυνείδητο με Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες το ίδιο μυθικούς όπως στον Όμηρο, αλλά και ανύπαρκτους όπως στον Καβάφη. Παρ’ όλα αυτά ο Φόβος πουλάει, γιατί εξαϋλώνει ή μετασχηματίζει αρχετυπικές ανασφάλειες και φοβίες. Προ πάντων τον υπαρξιακό φόβο απέναντι στον επερχόμενο θάνατο επιχειρεί να γιατροπορέψει – έστω προσωρινά… Ο Φόβος ως σημάδι υγείας λοιπόν και ο ελεγχόμενος εργαστηριακώς-θεατρικώς-σκηνικώς-καλλιτεχνικώς-λογοτεχνικώς μεταβολισθείς Πόνος ως ομοιοπαθητική θεραπεία. Εν τέλει, ο Φόβος ως σημάδι Υγείας, καθ’ ότι αποδεικνύει πως λειτουργεί το ένστικτο τής αυτοσυντήρησης τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Κάτω από αυτό το κείμενο σιγοκαίει ο εφηβικός φόβος τής

Αλλοτρίωσης, τής απώλειας τού/των εγώ χάριν τού Εμείς. Ο κοινωνικοποιημένος ώριμος άνθρωπος συνθηκολογεί, συμβιβάζεται, παραχωρεί ένα ορισμένο (ή και ακαθόριστο) ποσοστό τής ατομικής του

ελευθερίας προκειμένου να συνυπάρξει με τον πλησίον του και να μπορεί να απολαμβάνει τα αγαθά τής Πόλεως-Κράτους. Αυτό είναι και το θέμα τού «Προμηθέα Δεσμώτη» κατά Αισχύλον. «Πόλις εστί νόμω», έλεγαν οι αρχαίοι. Κάθε υπέρβασις τού μέτρου οδηγεί στην αυτό-κατά-στροφή, στην πτώση και στην αναπόφευκτη τιμωρία. Η ποινή κυμαίνεται μεταξύ αναλογικού και δυσαναλογικού, κατά περίπτωσιν.

Στο γοητευτικό – για τους μετεφήβους – αυτό κείμενο ακόμα κι η ερωτική αγάπη εξαγοράζεται, το (πρώτο) ταίρι μας είναι άπιστο, μας προδίδει κι έτσι καταφεύγουμε στην καταναλωτική εκδοχή τού σεξ για λόγους επιβίωσης. Η κατανάλωση ως πανάκεια. Η απάθεια ο ενδεδειγμένος τρόπος ζωής. Το «σύστημα» – το κάθε σύστημα – δεν επιτρέπει παραβατικές συμπεριφορές και παραβατικές στάσεις ζωής. Με εξαίρεση την Δημοκρατία, κάθε υποφώσκων φασισμός οδηγεί στην απολυταρχική τυραννία. Μετά ο σοφόκλειος Οιδίπους τύραννος γίνεται Κρέων στην Αντιγόνη και «Μεγάλος Αδελφός» στον Όργουελ. Τα ονόματα απλώς αλλάζουν. 

Εκείνο όμως που επιβιώνει κι επικρατεί στο Συλλογικό Ασυνείδητο, όσοι αιώνες κι εάν περάσουν, είναι ο φόβος μήπως χάσουμε τον έλεγχο τού σώματος και τής σκέψης μας (που την ταυτίζουμε ανοήτως με την ψυχή μας). Τα δύο πράγματα που δεν μπορεί να μας στερήσει καμία εξουσία δίχως να μας σκοτώσει είναι η αναπνοή και η σκέψη. Η τροφή και το νερό είναι δοσμένα. Η κατάποση όμως είναι μερικώς θέμα ατομικής επιλογής τε και υπευθυνότητας.

Έτσι, αυτό το χιλιοδιαβασμένο έργο παίζει με τις λογικές και παράλογες (συγγνωστές παρ’ όλα αυτά) φοβίες μας σε βαθμό που να καθίσταται κωμικοτραγικό, όπως και κάθε μονότονη υπερβολή.

Σκληρή παράσταση τόσο ως προς το ηχοτοπίο (που ελάχιστα απάλυνε το επί σκηνής μουσικό σύνολο – κουαρτέτο – εγχόρδων) και ως προς την «όψιν» (φωτισμοί, σκηνικά, κοστούμια, μπαρόκ καπνοί).

Η ερμηνεία ήταν τόσο αγχωτική που έμοιαζε σχεδόν σαδομαζοχιστική. Δεν χρειάζεται να ιδρώνει και να ουρλιάζει τόσο πολύ ένας ηθοποιός προκειμένου να μας συγκινήσει. Μπορεί να διαχειρίζεται πιο αποτελεσματικά την ορθοφωνία, τις σιωπές και τις αναγκαίες παύσεις.

Εξάλλου, το περίφημο «Παράδοξο τού Diderot» τα εξηγεί όλα. Ποιος το διδάσκεται όμως σήμερα;

Μαζί με την ποίηση χάσαμε και τον κελαρυστό ρυθμό τού ανθρωπίνου σώματος.

Και δεν λέω να γυρίσουμε στον Ρομαντισμό μήτε στον Νεοκλασικισμό, όμως το εν λόγω κείμενο – αυτό καθ’ εαυτό – υπάγεται στο υπερχρονικό κίνημα τού Συμβολισμού.

Το καλό είναι πως νοσταλγείς να ξαναδιαβάσεις το βιβλίο που στοίχειωσε επαξίως την εφηβεία σου (μακρινή αλλά όχι πάντα και τόσο ξεπερασμένη).

Εκπληκτική παράσταση για ανθεκτικούς θεατές.

Από τις πλέον ευπώλητες ολιγοπρόσωπες θεατρικές παραγωγές τής φετινής περιόδου, εάν κρίνω από τον συνωστισμό στις ελικοειδώς ανερχόμενες σκάλες και από τις καρέκλες αριστερά και δεξιά των κανονικών καθισμάτων των ενθουσιωδών θαυμαστών-θεατών.

Γράφει ο Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας

Σχόλια